Περίεργοι καιροί. Από μια πράξη θάρρους περιμένω επιμονή στο θάρρος. Να είσαι κολλημένος εκεί στην τόλμη της μοναχικής σου γνώμης.Να πνίγεσαι απ'τη βρύση που άφησες σκοπίμως ανοιχτή. Σε σένα απευθύνομαι , φίλε ποιητή Α . Με κάποιους συνειρμούς θα καταλάβεις τα υπόλοιπα. Όταν γίνεσαι αρπακτικό, να κρατάς το ράμφος κοφτερό ως το τέλος. Δε θα κρίνω το δίκαιο ή το άδικο της τοποθέτησής σου. Είναι μία στάση κι η επίθεση , που νιώθεται , όταν πηγάζει από γνήσια οργή . Και νόμισα πως σε έκαιγε αυτή η οργή. Νόμισα πως αγανάκτησε το μέσα σου κι έβγαλες το θηρίο σε κοινή θέα. Μίλησες με φλογισμένες λέξεις. Γκρέμισες ακόμη και την άφεση που δικαιούται ένας νεκρός. Δικά σου έργα . Έπεσαν έπειτα και σε ρήμαξαν οι καθωσπρέπει (αυτοί που δηλώνουν άναρχοι εκ του ασφαλούς). Σηκώθηκε στο αίμα τους η ηθική και άρπαξε δρεπάνι.Σε θέρισαν απ'την κορφή ως τα νύχια. Πέταξαν στο πρόσωπό σου όξος και χολή. Κάποιοι άλλοι , ρωμαλέοι τω πνεύματι, σαν κι εσένα , ενθουσιάστηκαν.Βρήκαν τον Νυμφίο ,τον έτοιμο να φορτωθεί τα ανομήματα των εκδοτικών οίκων. Σε έχρισαν Αδάμαστο πνεύμα . Αλλά σύντομα, μυρίστηκες ότι οι αφορισμοί κοστίζουν. Ότι σε κάθε ηφαιστιακή κουβέντα αναλογούν πολλά εγκαύματα. Είδες ότι πολεμώντας το θηρίο ,πέφτουν άλλα θηρία πάνω σου .Φοβήθηκες το μέλλον .Τη λαμπρή πορεία σου στα ποιητικά σαλόνια, στις λέσχες που σε προσκαλούν και απαγγέλλεις τα κομμάτια της ψυχής σου, στους οίκους που έσεισες το αγκωνάρι τους. Και ω τι έκπληξη (αναμενόμενη σε όσους δεν πιστεύουν σε καπνούς) το σαλιγκάρι που έκανε πως βγάζει το καβούκι του και πνίγει μέσα στο σάλιο του αποτροπιασμού του τους ενόχους για τον ξεπεσμό του γράφειν, ξαναγύρισε στο καβούκι του, απολογούμενο που υπερέβη τα εσκαμμένα. Γιατί συνειδητο-ποίησε,λέει, το βεβιασμένο της τόλμης. Την πικρίλα της ωμότητας. Τον ανθό που λέγεται συγγνώμη. Είναι κι αυτό μια πράξη ...γενναιότητος .Να παραδέχεσαι ότι δεν είσαι εν τέλει καμωμένος για τα τολμηρά.Απλώς πυροβολούσες στον αέρα...Έτσι, να τρομάζει η ησυχία
Υ.Γ. Μιλώ υπαινικτικά , γιατί δηλώνω εκ φύσεως δειλός
Κ.Τ.

