Ξαναγύρισα στην πατρίδα μου
με διαφορετικά μάτια
που έβαλε ο πόλεμος
κάτω από τα δικά μου
Αλλιώτικα μάτια καμένα
σε καμίνι
ραντισμένα
από τα δάκρυα μου και το αίμα των άλλων
κι άρχισα να κοιτάζω και να βλέπω χαμηλότερα
πιο μπροστά ,στο αλύπητο βάθος
των συνδέσμων.
Η αλήθεια που πριν δεν ξεκολλούσε
απ'τον ουρανό της
έγινε παρόμοια μ'αστέρι
κι έπειτα καμπάνα
περίμενα να με φωνάξει
και στο κάλεσμα της να τρέξουν
κι άλλοι άντρες.Ξάφνου
οι σημαίες της Αμερικής
κίτρινες γαλάζιες ασημένιες
μ' έναν ήλιο ,αστέρι και χρυσαφένιο αμάραντο,
αποκάλυψαν στα μάτια μου γυμνά εδάφη
φτωχόκοσμο του αγρού και του δρόμου
φοβισμένους χωρικούς , πεθαμένους ινδιάνους
καβαλάρηδες, κοιτάζοντας κιόλας δίχως μάτια ,
κι έπειτα το τεράστιο κολασμένο ρήγμα
των ανθρακωρυχείων
με το χαλκό , το κάρβουνο και τον άνθρωπο
λεηλατημένους
μα δεν ήταν όλα μόνο αυτά
στις δημοκρατίες
ήταν κάτι δίχως οίκτο ,δίχως αλληλουχία
φτάνει ένας καβαλάρης,ένα περήφανο κρύο
με όλα τα μετάλλιά του,
βγήκε στα μαρτύρια
ή μάλλον οι κύριοι στο Κλαμπ
μ' ένα πήγαινε έλα σκεπτικό ανάμεσα στις φτερούγες
της γλύκας της ζωής
ενώ ο σκοτεινός φτωχός άγγελος
βάδιζε από πέτρα σε πέτρα κι ακόμη
ξυπόλυτος βαδίζει και τρέφεται με τόσα λίγα
που κανείς δεν ξέρει πως επιζεί

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου